Metron Analysis

«Στις 2,4 μονάδες η διαφορά μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ»
1/7/2005

Στο άρθρο του στην Εφημερίδα «ΗΜΕΡΗΣΙΑ» την Παρασκευή, 1/7/2005 ο Διευθύνων Σύμβουλος της Metron Analysis κ. Στράτος Φαναράς αναλύει τα κύρια πολιτικά συμπεράσματα από το 10ο κύμα της τετραμηνιαίας συνδρομητικής έρευνας Metron Forum.

 

«Στις 2,4 μονάδες η διαφορά μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ »
του Στράτου Φαναρά



1. Το γενικό κλίμα

Μετά από μία υπερδωδεκάμηνη περίοδο σταδιακής μείωσης των ατομικών προσδοκιών και συνολικής επιβάρυνσης του οικονομικού κλίματος αποτυπώνεται, για πρώτη φορά, τάση συγκράτησης – ή και οριακής ανάκαμψης σε ορισμένους δείκτες- του γενικού κοινωνικού και οικονομικού κλίματος.

Είναι βέβαιο ότι το τελευταίο διάστημα δεν έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς τα κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα της χώρας. Αν λοιπόν θα πρέπει να αναζητηθεί κάποιος αιτιώδης παράγων που συνέβαλε στην ανακοπή της γενικής πτωτικής πορείας, είναι κυρίως τα πολύ χαμηλά επίπεδα στα οποία ήδη βρίσκονται όλοι οι δείκτες ειδικά από τον Απρίλιο και μετά, αλλά και η στροφή της Οικονομικής πολιτικής της Κυβέρνησης, η οποία κυριαρχήθηκε μέχρι σήμερα από το θέμα της Απογραφής και του Βασικού μετόχου, σε μία νέα, πιο ουσιαστική, κοινωνικά ενδιαφέρουσα ατζέντα.

Βέβαια είναι ακόμη πολιτικά επίδικο το αν συμφωνία στον ΟΤΕ, ή οι επιχειρούμενες αλλαγές στο ασφαλιστικό αποτελούν «μεταρρύθμιση ή αντιμεταρρύθμιση» ή όπως αλλιώς μπορεί κάποιοι να χαρακτηρίζουν αυτές τις πολιτικές πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης.

Ειδικά μάλιστα για τη συμφωνία στον ΟΤΕ, η κοινή γνώμη εμφανίζεται σχεδόν «τριχοτομημένη» καθώς το ποσοστό όσων τοποθετούνται θετικά έναντι της συμφωνίας ανέρχεται μόλις στο 29,5% ενώ το ποσοστό όσων τοποθετούνται αρνητικά είναι λίγο υψηλότερο και φθάνει στο 33,8%. Και ακόμη μεγαλύτερο είναι το ποσοστό όσων δεν έχουν γνώμη ή είναι ακόμη επιφυλακτικοί και δεν τοποθετούνται (36,7%). Η σύγχυση και η ασάφεια διατρέχει το σύνολο του κομματικού συστήματος, αλλά είναι εντονότερη στους ψηφοφόρους των δύο μεγαλύτερων κομμάτων. Μεταξύ των ψηφοφόρων της ΝΔ, θετικά για τη συμφωνία του ΟΤΕ τοποθετείται το 41,6% και αρνητικά το 22,7%, ενώ τα ποσοστά σχεδόν αντιστρέφονται μεταξύ των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ (θετικά τοποθετείται το 20,3% και αρνητικά το 41,6%). Οι ψηφοφόροι του ΚΚΕ και του ΣΥΝ, φαίνονται πιο συμπαγείς στις απόψεις τους για το θέμα: το 52,7% στο ΚΚΕ και το 53,1% στον ΣΥΝ, τάσσονται κατά της συμφωνίας).

Η παραπάνω διαπίστωση, η οποία λίγο-πολύ αφορά στις διαθέσεις των ψηφοφόρων στο σύνολο των επιχειρούμενων αλλαγών, εξηγεί ως ένα βαθμό και το λόγο για τον οποίο τα κόμματα της Αριστεράς αλλά και το ΛΑΟΣ, φαίνεται να είναι αυτά που αποκομίζουν σαφή οφέλη, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, στη τρέχουσα συγκυρία.

Ο δεύτερος λόγος στον οποίο οφείλεται η ενίσχυση της επιρροής των μικρότερων κομμάτων είναι η κρίση στην οποία έχει περιέλθει το Ευρωπαϊκό εγχείρημα μετά από τα δημοψηφίσματα στη Γαλλία και την Ολλανδία, κρίση η οποία αποτυπώνεται και στη χώρα μας με σαφή τάση μείωσης του «φιλοευρωπαϊσμού» κατά 10 περίπου ποσοστιαίες μονάδες (σελίδα 82: δείκτης Ευρωπαϊσμού).

Η Κυβέρνηση βελτιώνει τις επιδόσεις της συγκριτικά με τον Απρίλιο όταν βρέθηκε στο χαμηλότερο σημείο της, αλλά σε ορισμένα μεγέθη, δεν επανέρχεται καν στα επίπεδα του Φεβρουαρίου.

Τέλος το ΠΑΣΟΚ, το οποίο φαίνεται μέχρι και σήμερα -και ιδίως στην πρώτη περίοδο όταν ανέκυψε η υπόθεση της συμφωνίας στον ΟΤΕ- να κινείται ανάμεσα στους δύο πόλους της αντιπαράθεσης εκπέμποντας πολλαπλά μηνύματα, υφίσταται κάμψη σε όλα σχεδόν τα μεγέθη, η οποία μπορεί να είναι περιορισμένη, αλλά λειτουργεί αθροιστικά σε μία ήδη απομειωμένη εικόνα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα από τα ελάχιστα στελέχη του που παρουσιάζουν μία ορατή άνοδο δημοτικότητας, ο κ. Λαλιώτης, δεν είναι καν πολιτικά ενεργός στην περίοδο που διανύουμε.

2. Εικόνα Κυβέρνησης-Αξιωματικής Αντιπολίτευσης

Ο βαθμός ικανοποίησης από την Κυβέρνηση κινείται στο 27,4% παρουσιάζοντας οριακή άνοδο συγκριτικά με τον Απρίλιο 1,6 ποσοστιαίων μονάδων. ‘Ανοδο παρουσιάζει και ο βαθμός ικανοποίησης από τον Πρωθυπουργό (από 30,6% σε 33,7%).

ΣΑντιθέτως, μειωμένα εμφανίζονται τα ποσοστά της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης Ο βαθμός ικανοποίησης για την Αξιωματική Αντιπολίτευση κινείται στο 13,1% (από 15,0% τον Απρίλιο) και ο βαθμός ικανοποίησης για τον αρχηγό της στο 16,2% (από 18,3% τον Απρίλιο).

Συγκεφαλαιώνοντας τις μεταβολές στο σύνολο της μετεκλογικής περιόδου, η Κυβέρνηση έχει απώλειες στο βαθμό ικανοποίησης από το Μάιο μέχρι σήμερα 15 ποσοστιαίες μονάδες και ο Πρωθυπουργός 14 ποσοστιαίες μονάδες.

Η Αξιωματική αντιπολίτευση, που βέβαια ήδη το Μάιο είχε χαμηλό βαθμό ικανοποίησης, παρουσιάζει απώλειες 5 ποσοστιαίων μονάδων και ο Αρχηγός της κ. Παπανδρέου 7 μονάδες.

Η επιμέρους αξιολόγηση του κομματικού συστήματος σε μία σειρά θεμάτων διακυβέρνησης (16 issues) δεν αποτυπώνει σημαντικές μεταβολές συγκριτικά με τον Φεβρουάριο. Η Κυβέρνηση αναπληρώνει την πτώση που κατεγράφη τον Απρίλιο και επανέρχεται στα επίπεδα του Φεβρουαρίου. Με εξαίρεση τον τομέα της Εξωτερικής πολιτικής όπου το ΠΑΣΟΚ έχει αποκτήσει το προβάδισμα, και τον τομέα των Μεγάλων έργων όπου τα δύο κόμματα εμφανίζονται ισόρροπα, συνεχίζει να προηγείται σε όλους τομείς.

3. Εικόνα Κομματικού συστήματος

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία της εικόνας του κομματικού συστήματος. Ιδίως στο ερώτημα «ποιο κόμμα βρίσκεται πιο κοντά στους εργαζόμενους» στο οποίο έτσι κι αλλιώς το ΚΚΕ καταγράφει διαχρονικά σημαντικά ποσοστά, στη τρέχουσα συγκυρία, αποκτά προβάδισμα έναντι της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ με 29,7%, ενώ ακολουθεί η ΝΔ με 23,5% και το ΠΑΣΟΚ με 20,1%. Σε όλα τα υπό διερεύνηση θέματα, το ΚΚΕ κυρίως αλλά και ο ΣΥΝ σε δεύτερο επίπεδο, βελτιώνουν την κομματική τους εικόνα.

4. Δημοτικότητες – Εικόνα Πολιτικών αρχηγών

Ο κ. Καραμανλής συνεχίζει να είναι ο δημοφιλέστερος πολιτικός αρχηγός με δημοτικότητα (θετικές και μάλλον θετικές γνώμες) 56,8% καταγράφοντας άνοδο κατά μία ποσοστιαία μονάδα συγκριτικά με τον Απρίλιο. Ακολουθεί στη δεύτερη θέση ο κ. Παπανδρέου με δημοτικότητα 52,2% καταγράφοντας πτώση συγκριτικά με τον Απρίλιο 3 ποσοστιαίων μονάδων. Η πτώση του κ. Παπανδρέου εντοπίζεται κυρίως στο χώρο από την Αριστερά έως και το Κέντρο (της τάξεως των 5 μονάδων). Στην τρίτη θέση βρίσκεται ο κ. Αλαβάνος, ο οποίος στο μικρό διάστημα που κατέχει τη θέση του Προέδρου του ΣΥΝ, είναι εύλογο να παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις στη δημοτικότητα του. Συγκριτικά με τον Απρίλιο εμφανίζει σημαντική άνοδο και κινείται στο 40,0% (34,6% τον Απρίλιο). Σημειώνουμε ότι ο κ. Αλαβάνος συνεχίζει να είναι ο πολιτικός αρχηγός με τις λιγότερες αρνητικές κρίσεις (33,4%). Ακολουθεί η κ. Παπαρήγα, η οποία φαίνεται να σταθεροποιείται πλέον σε αρκετά υψηλά επίπεδα δημοτικότητας, με 39,0% (39,9% τον Απρίλιο) και τέλος ο κ. Καρατζαφέρης με 25,0% (27,9% τον Απρίλιο).

Στις ερωτήσεις εικόνας των πολιτικών αρχηγών καταγράφεται διεύρυνση στη διαφορά Πρωθυπουργικής εικόνας (καταλληλότητα για Πρωθυπουργός) του Καραμανλή από τον κ. Παπανδρέου από 8 ποσοστιαίες μονάδες του Απριλίου σε 14 (41,9% για τον κ. Καραμανλή έναντι ποσοστού 27,9% για τον κ. Παπανδρέου).

Η γενική παρατήρηση για τις εικόνες των κ.κ. Καραμανλή και Παπανδρέου, είναι ότι ο κ. Καραμανλής συνεχίζει να διαθέτει πιο ισχυρή εικόνα από τον κ. Παπανδρέου με τάση εκ νέου διεύρυνσης των διαφορών υπέρ του κ. Καραμανλή.

5. Πρόθεση ψήφου

Ενάμισι χρόνο μετά τις Βουλευτικές εκλογές, η ΝΔ διατηρεί προβάδισμα στην πρόθεση ψήφου. Συγκεντρώνει ποσοστό 36,1% έναντι ποσοστού 33,7% για το ΠΑΣΟΚ. Η διαφορά μεταξύ των δύο πρώτων κομμάτων (2,4 ποσοστιαίες μονάδες) διευρύνεται συγκριτικά με τον Απρίλιο κατά μία ποσοστιαία μονάδα λόγω της πτώσης της πρόθεσης ψήφου του ΠΑΣΟΚ (η ΝΔ καταγράφει ακριβώς την ίδια πρόθεση ψήφου με τον Απρίλιο).

Στην τρίτη θέση βρίσκεται το ΚΚΕ που παρουσιάζει άνοδο και συγκεντρώνει πρόθεση ψήφου 7,6% (6,9% τον Απρίλιο).

Στην τέταρτη θέση βρίσκεται ο ΣΥΝ ο οποίος επίσης παρουσιάζει σημαντική άνοδο, με ποσοστό 4,3% (3,3% τον Απρίλιο) και το ΛΑΟΣ με ποσοστό 4,0% (3,7% τον Απρίλιο).

Παρά τα προβλήματα εικόνας που εμφανίζει το ΠΑΣΟΚ, συνεχίζει να αναπληρώνει απώλειες ως βασικός φορέας υποδοχής της όποιας δυσαρέσκειας εκφράζεται για την Κυβέρνηση (αρνητική ψήφος). Έτσι συνεχίζει να διαθέτει αυξημένη συσπείρωση έναντι της ΝΔ (84,5% για το ΠΑΣΟΚ, 81,6% για τη ΝΔ). Συνεχίζει επίσης να διατηρεί θετικό ισοζύγιο μετακινήσεων με τη ΝΔ σε μία σχέση 1:2 (4,8% από ΝΔ προς ΠΑΣΟΚ και 2,4% από ΠΑΣΟΚ προς ΝΔ). Ωστόσο οι εισροές από τη ΝΔ προς το χώρο του ΠΑΣΟΚ εμφανίζονται μειωμένες συγκριτικά με τον Απρίλιο όταν είχαν φθάσει στο 7,5% της εκλογικής βάσης της ΝΔ και η μείωση αυτή εξηγεί και την πτώση του στην πρόθεση ψήφου κατά μία μονάδα.

Το ΚΚΕ καταγράφει την υψηλότερη συσπείρωση με 90,2% και αξιοσημείωτες εισροές τόσο από το ΠΑΣΟΚ όσο και από τη ΝΔ. Ο ΣΥΝ αυξάνει ελαφρώς τη συσπείρωση του (71,5%) και εισπράτει επίσης από ΠΑΣΟΚ και ΝΔ.

Τέλος το ΛΑΟΣ περνάει πλέον με άνεση το «κατώφλι» του 3% που απαιτείται για τη συμμετοχή του στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και κινείται στο 4% τροφοδοτούμενο κυρίως από τη ΝΔ.

Στην παράσταση νίκης, επίσης προηγείται η ΝΔ με 51,8% έναντι ποσοστού 25,8% για το ΠΑΣΟΚ (46,0% έναντι 28,9% τον Απρίλιο). Έτσι η διαφορά η οποία είχε μειωθεί τον Απρίλιο στις 17 ποσοστιαίες μονάδες, αυξάνει και πάλι και κινείται στις 26.

6. Επίλογος

Είναι φανερό ότι η περίοδος της στασιμότητας και της αδράνειας στην πολιτική σκηνή της χώρας έχει παρέλθει. Όπως είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε και στο παρελθόν, ο πολιτικός ανταγωνισμός στη χώρα μας έχει έντονα στοιχεία ρευστότητας και με την έννοια αυτή οι όποιες ανακατατάξεις και μεταβολές επηρεάζονται εύκολα από τη συγκυρία. Είναι βέβαιο ότι στο άμεσο μέλλον και σε συνάρτηση με το βαθμό αποτελεσματικότητας και κοινωνικής αποδοχής που θα έχει η νέα οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης, θα έχουμε νέες ανακατατάξεις.

Έχει παρέλθει επίσης και η περίοδος των «μικρών και λελογισμένων» βημάτων στην Ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Η πολιτική λογική της σταδιακής προώθησης μιας νέας Ενωμένης Ευρώπης βρίσκεται σε μειονεκτική θέση και αντιμέτωπη με την ταχύτητα με την οποία κινούνται οι πολιτικοί και οικονομικοί ανταγωνιστές της.

Οι εξελίξεις τόσο στο εθνικό όσο και στο υπερεθνικό πεδίο, όλο και περισσότερο συγκλίνουν και πιέζουν ασφυκτικά για ένα νέο μεταρρυθμιστικό κύμα ικανό να ξαναδώσει νέα ώθηση στις κοινωνικές και παραγωγικές δυνάμεις και νέο νόημα στην ίδια την πολιτική διαδικασία.

Στο πεδίο αυτό, της διαχείρισης της αλλαγής, σχηματοποιούνται όλο και περισσότερο δύο πόλοι.

Ο ένας αντιλαμβάνεται τη μεταρρυθμιστική ανάγκη, ως ανάγκη επιθετικής πολιτικής καθοδήγησης της παγκοσμιοποίησης και άρα και προσαρμογής σε νέα δεδομένα και ο άλλος ως ανάχωμα αντίστασης που περνάει μέσα από την ενίσχυση του ρόλου του κράτους-έθνους και μέσα από περιοριστικές πολιτικές αποτροπής των αρνητικών κοινωνικών παράγωγων της παγκοσμιοποίησης (ανεξέλεγκτα μεταναστευτικά ρεύματα, ανισότητες στην εργασία, συμπίεση δικαιωμάτων κλπ.).

Οι ενδιάμεσες αντιλήψεις, φαίνεται ότι όλο και περισσότερο θα χάνουν έδαφος και πολιτική επιρροή. Οι εκπρόσωποι αυτών των αντιλήψεων θα γίνονται όλο και περισσότερο και ευκολότερα πολιτικά αναλώσιμοι.

Η τεχνοκρατική διαχείριση της πολιτικής δεν αρκεί, ειδικά σήμερα που το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το πολιτικό εποικοδόμημα και τους θεσμούς του (δηλαδή τη μορφή του Δημοκρατικού πολιτεύματος, τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, την έννοια του κράτους-έθνους και του εδαφικού προσδιορισμού του και τόσα άλλα).

Δεν είναι τυχαίο ότι το Ευρώ, το ενιαίο νόμισμα που στη χώρα μας εισήχθη με τη σκληρή προσπάθεια μιας Κεντροαριστερής Κυβέρνησης, αποδεικνύεται ότι έχει «οργανώσει» την όποια αποδοχή του στη συνείδηση των ανθρώπων, όχι με πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους, αλλά πάνω σε κραυγαλέες και καθαρές ταξικές διαιρέσεις, έξω και πέρα από το οποιοδήποτε όραμα για μια Ενωμένη Ευρώπη.

Δυστυχώς, η συνέχεια για το προβλεπτό μέλλον, μόνο ευοίωνη δεν φαίνεται να είναι.

 

 Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα «ΗΜΕΡΗΣΙΑ» στο φύλο της Παρασκευής 1/07/2005 με την ευκαιρία της δημοσίευσης των αποτελεσμάτων έρευνας κοινής γνώμης Metron Forum σχετικά με την πολιτική κατάσταση στη χώρα.

Share on Facebook0Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn0